Προ-Ιστορία και επισκόπηση τοξοβολίας

Πρόδρομοι τόξων έως αρχαίους Σκύθες

Εκφράζοντας, κυρίως την πολεμοχαρή αλλά και την προς επιβίωση “θηρευτική” διάθεση του Κρο Μανιόν, η Τοξοβολία εμφανίζεται 40.000 χρόνια πριν, αναθέτοντας τον ρόλο του ιστορικού «αναδόχου» στον πρωτόγονο αυτό προπάτορα. Πρώτη επινόηση προς κάλυψη της ανάγκης για ένα εκηβόλο όπλο για την διεκπεραίωση των Πολέμων, η Τοξοβολία αποτελεί τον μακρινό προπομπό της εκηβόλου οπλικής τεχνολογίας η οποία έμελλε να ανακτήσει τον μακραίωνα χαμένο της χρόνο, για να εκτοξευθεί γεωμετρικά σε ύψη τελειώσεως μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα!

Τα πρώτα ιστορικώς τεκμαρτά τόξα ανάγονται στην στ΄ χιλιετία π.Χ., ενώ, στους Μεσογειακούς λαούς πρωτοεντοπίζονται αρχικά στους Αιγυπτίους κατά την ‘ανατολή’ της Α΄Δυναστείας (5000 π.Χ.) και ανάλογα τα Φαραωνικά τόξα των Θηβαϊκών γλυπτών, όπου είναι και τα τόξα του Κρητομυκηναϊκού Πολιτισμού (β΄ χιλιετία π.Χ.). Εκείνο το οποίο τελικά επικράτησε ως πλέον ισχυρό ήταν το σκυθικό τόξο που εισήχθει στις κοιλάδες του Νείλου και του Ευφράτη από τους Ασσυρίους, Σκύθες και Χετταίους κατακτητές και φαίνεται να επικράτησε του ταυτόχρονου ομηρικού ελληνικού τόξου (από κέρατα αίγας), μάλλον λόγω αποτελεσματικότητος και μικρότερου χρόνου κατασκευής και διαθεσιμότητας υλικών (ήταν ξύλινο). Το τόξο αυτό απετέλεσε το κύριο όπλο των σκυθοπερσικών λαών με διπηχές μήκος και τριπήχη βέλη (ο ελληνικός πήχης σαν ανθρωπομετρική μονάδα μέτρησης αναφερόταν στην απόσταση από τον αγκώνα μέχρι το άκρο του χεριού, όταν αντικαταστάθηκε μετέπειτα με τον εμπορικό στα 64εκ. και με τον τεκτονικό στα 75εκ.).

Επί της ουσίας, στο τόξο διέπρεψαν οι Ασιάτες και κυρίως οι Σκύθες και οι Πάρθοι ενώ, κατά την ακμή της Ελλάδος, τόξα έφεραν οι “ψιλοί” στρατιώτες (Ξεν. Ανάβ. Α. 2,9). Στην Ελλάδα για παράδειγμα οι Κρήτες υπήρξαν ικανοί μισθοφόροι τοξότες άλλοτε υπηρετούντες στις τάξεις των Ελληνικών στρατών κι άλλοτε στις τάξεις των στρατών των συμμάχων των Ρωμαίων (Ξεν. Ανάβ. Α. 2,9 και Liv. Xiii.35). Μετά λοιπόν την κάθοδο τους, οι Δωριείς κατέρχονται και στην Kρήτη ανάμεσα στο 1000-800 π.X. Oι Kρήτες αντιστάθηκαν, μπροστά όμως στα σιδερένια όπλα των αντιπάλων δεν είχαν πολλές ελπίδες με τα χάλκινά τους όπλα. Μεταξύ λοιπόν του 800 και 600 π.Χ βλέπουμε να εισάγεται και το σκυθικό τόξο που υπερτερούσε των προκατόχων του και στην εμβέλεια με το πρώτο να φτάνει και τα 150μ. Σχετικά με τα υλικά κατασκευής του εικάζουμε ότι εξ’αιτίας της νομαδικότητας του λαού, είχαν στην διάθεσή τους μεγάλη ποικιλία ξυλείας από διάφορα μέρη της τότε ευρασιατικής πανίδας από τα πιο κοινά σημερινά μέχρι και τα πιο σπάνια που συναντώνται την ρωσική τάιγκα και περιοχές γύρω από αυτήν σαν και τα....

- Λάρικας και υποείδη αυτού (Larix - Larch),
- Γιουνίπερος ο ρωσικός (Juniperus semiglobosa),
- Σκλήθρα ή Άλνος ο Κολλώδης ευρασίας (Alnus subcordata, Alnus orientalis, Alnus mandshurica, Alnus incana),
- Σημύδα (Betula frecce), ενώ για τα υπόλοιπα τμήματα είχαν στην διάθεσή τους δέρμα και νέυρα για τις χορδές από τα ζώα τους, φτερά για τα βέλη και πολύ πιθανό να έκαναν χρήση και άλλων υλικών ή και πολύτιμων μέταλλων για τον διάκοσμό τους.

Από τους Σκύθες στους Έλληνες της ύστερης ομηρικής περιόδου

Καταγωγή Σκυθών

Με το όνομα Σκύθες αναφέρονται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς ένα σύνολο νομαδικών φυλών που έρχονταν σε επαφή μαζί τους, αυτοί ζούσαν στην κεντρική Ασία και στα βόρεια παράλια της Μαύρης θάλασσας. Σύμφωνα λοιπόν με τον Ηρόδοτο (Ιστορία 4.6) οι Σκύθες ονόμαζαν τους εαυτούς του Σκολότες. Το ελληνικό Σκύθες προφανώς αντικατοπτρίζει μια παλαιότερη αντήχηση του ιδίου ονόματος *Skuδa- (όπου ο Ηρόδοτος μεταγράφει το άγνωστο δ σε λάμδα ενώ το -τοι αντιπροσωπεύει την κατάληξη πληθυντικού -τα της γλώσσας του Νότιου Ιράν. Η λέξη αρχικά σήμαινε τοξευτής, τοξότης και προήλθε αρχικά από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλωσσική ρίζα -skeud- εκτοξεύω, πετώ (σύγκρινε με την αγγλική λέξη shoot). Οι Σκύθες αποτελούσαν ένα χαλαρό δίκτυο από νομαδικές φυλές από έφιππους βοσκούς και καβαλάρηδες. Εισέβαλαν σε πολλές περιοχές στις στέπες της Ευρασίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σήμερα αποτελούν το Καζακστάν, Αζερμπαιτζάν, την νότια Ουκρανία και την Νότια Ρωσία. Ο Όμηρος αποκαλούσε τους Σκύθες "αρμεχτές-φοράδων" και τους περιέγραψε με λεπτομέρειες: η στολή τους αποτελούνταν από παραγεμισμένα κεντημένα δερμάτινα παντελόνια, σουρωμένα μέσα σε μπότες και ανοιχτούς χιτώνες. Ίππευαν δίχως αναβολείς ή σαμάρια, μόνο με σαμαροσκούτια. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Σκύθες χρησιμοποιούσαν κάνναβη τόσο για να υφαίνουν τα ρούχα τους, όσο και για να καθαρίζονται από τον καπνό της (Ιστορία 4.73-75) έχοντας επιβεβαιωθεί από την σύγχρονη αρχαιολογία. Σε αυτό τείνει λοιπόν να συμφωνήσουν και πολλά αρχαιολογικά ευρήματα ακόμα και αναπαραστάσεις σε ερυθρόμορφα αγγεία που τους παρουσιάζει να φορούν κομμάτια υφάσματος απλά ραμμενα μεταξύ τους. Επί των ενδυμάτων θα αναφερθώ σε μελλοντική μελέτη μου με νέα αναπαραγωγή-αναστατική της στρατιωτικής τους εμφάνισης. Επιστρέφοντας τώρα στον σκυθικό πολιτισμό, έχουμε αναφορά για τον Σκύθη φιλόσοφο Ανάχαρσις που επισκεύθηκε την Αθήνα τον 6ο αιώνα π. Χ. και έγινε διάσημος σοφός. Οι Σκύθες είναι επίσης γνωστοί για την χρήση αγκυλωτών και δηλητηριωδών βελών πολλών τύπων, τη νομαδική ζωή που επικεντρώνονταν γύρω από τα άλογα - τρέφονταν από το αίμα των αλόγων σύμφωνα με τον Ηρόδοτο - και την ικανότητά τους στον ανταρτοπόλεμο. Οι Σκύθες θεωρούνται οι πρώτοι που εξημέρωσαν το άλογο και που το χρησιμοποίησαν και στη μάχη και που έπειτα ακολούθησαν οι Μογγολικές φυλές και η τέχνη των Kassai. Σχετικά με τους τελευταίους φαίνεται το τόξο τους να προέρχεται αμέσως μετά του σκυθικού, τόσο σε διαστάσεις αλλά και σε σχήμα.


Η αναπαράσταση της Ευρώπης κατά τον Ηρόδοτο. (470 Π.Χ.)

Χρονολογική επισκόπηση της παρουσίας του πολιτισμού των Σκυθών

Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει καμία ευρέως αποδεκτή εξήγηση για την καταγωγή των Σκυθών, ούτε για το πως μετανάστευσαν στον Καύκασο και την Ουκρανία. Όμως πολλοί μελετητές συγκλείνουν στο ότι μετανάστευσαν δυτικά από την Κεντρική Ασία μεταξύ του 800 π.Χ. και 600 π.Χ. Ο Ηρόδοτος αποδίδει το όνομα της χώρας απ' όπου κατάγονται οι Σκύθες ως Γέρρος... “Ετοίμαζαν τον νεκρό τους και ταξίδευαν με αυτόν μακρινές αποστάσεις για να τον πάνε στους Γέρους για ταφή.” Τα Ασσυριακά αρχεία, τα πρώτα που αναφέρουν τους Iskuzai, χρονολογούνται περίπου από το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Ο Ηρόδοτος επίσης επιβεβαιώνει ότι ο βασιλιάς τους Partatua είχε συμμαχία με την Ασσυρία και ότι ο Mannai τον αναγνώριζε. Το 663 π.Χ. ο γιος του Partatua Madius (Madyes), μετά από αίτηση του Ashurbanipal (Σαρδανάπαλος) της Ασσυρίας νίκησε των βασιλιά των Μήδων Φαραόρτη (Kshathrita), αποκτώντας τον έλεγχο επί των Μήδων μέχρι το 625 π.Χ. Μέχρι το τέλος της βασιλείας του είχε οδηγήσει τους Σκύθες και τους Κιμμέριους (προφανώς στενοί συγγενείς τους) σε σε μια έκρηξη λεηλασιών, που μάστιζε και λεηλατούσε την Ασσυρία, την Ανατολία, την Βόρεια Συρία, την Φοινίκη, τη Δαμασκό και την Φιλισταία. Λεηλάτησαν τον Ναό της Αφροδίτης στο Ασκελόν, και ο Ιερεμίας (4:7-13) τους αναφέρει ως "καταστροφέας εθνών ... (του οποίου) τα άρματα είναι σαν ανεμοστρόβιλος".

Αμφορέας του "καλλιτέχνη του Βερολίνου" από ιδιωτική συλλογή στην Getty Villa. Ελληνικής κατασκευής του 480 - 470 π.Χ. Αποικονίζεται Σκύθος πολεμιστής φαινομενικά ανύσηχος ένας σκύθος πολεμιστής τρέχει μακρυά από έναν Ελληνα πεζό πολεμιστή που αποικονίζεται στην άλλη πλευρά του αμφορέα.
Ο Σκύθος πολεμιστής φέρει την τυπική πολεμική ενδυμασία. Επρόκειται μάλλον για επετειακό αμφορέα που εορτάζει τις νίκες των Ελληνων κατά των Περσών της περιόδου εκείνης (479 π.Χ.) μιας και οι Σκύθες πολέμησαν στο πλευρό των τελευταίων ως σύμμαχοί τους.
Πηγή φωτογραφίας
Αττική ερυθρόμορφη λέκυθος.
Δύο πολεμιστές που περπατούν προς τα δεξία. Ελληνας οπλίτης με Σκύθο πολεμιστή που φέρει φρυγική κάσκα. Πιθανώς ο τελευταίος να αποτελεί μέλος της Αθηναικής φρουράς πόλεων.
460 π.Χ. Διαστάσεις ύψους : 10 in. (25.5 cm.)
1,000 Years of Ancient Greek Vases II, no. 108
Art of the Ancient World, 2007, no. 126
Πηγή φωτογραφίας
.
Μετά το 625 π.Χ. ωστόσο, οι Σκύθες εγκατέλειψαν την Μηδική Αυτοκρατορία - οι ιστορικοί διαφωνούν για το αν το έπραξαν αυτό με τη θέλησή τους, ή τους εξόρισαν ή και κυνηγήθηκαν. Όπως και να 'χει, δεδομένου ότι ακολούθησε η καταστροφή της Ασσούρ από τους Μήδους το 614 π.Χ., χρειάστηκε να αλλάξουν πλευρά και να συμμαχίσουν μα τους Μήδους. Αποτέλεσαν τμήμα της δύναμης που κατέστρεψε την Νινευή το 612 π.Χ. Λίγο καιρό αργότερα, οι Σκύθες γύρισαν ξανά πίσω στις στέπες. Το 512 π.Χ., όταν ο βασιλιάς Δαρείος ο Μέγας της Περσίας επιτέθηκε στους Σκύθες, φαίνεται να τους προσέγγισε διασχίζοντας τον Δούναβη. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται ότι οι Σκύθες, ως νομάδες που ήταν, κατάφεραν να μπερδέψουν τα σχέδια του Περσικού στρατού, αφήνοντάς τους να προελάσουν κατά μήκος όλόκληρης της χώρας, χωρίς συμπλοκή. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Δαρείος με αυτόν τον τρόπο κατέληξε να φτάσει μέχρι τον ποταμό Βόλγα.

Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα π.Χ. οι Σκύθες φαίνεται να ευημερούσαν. Όταν ο Ηρόδοτος έγραψε την "Ιστορία" του κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., οι Έλληνες διέκριναν την "Μεγάλη Σκυθία" η οποία εκτείνονταν σε απόσταση 20 ημερών με το άλογο από τον ποταμό Δούναβη, προς τα δυτικά, κατά μήκος των στεπών της σημερινής Ουκρανίας έως το κατώτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Ντον, από την "Μικρή Σκυθία". Ο Ντον που ήταν τότε γνωστός ως "Τανάις" χρησίμευε ως κύρια εμπορική αρτηρία ήδη από τότε. Προφανώς οι Σκύθες απέκτησαν τον πλούτο τους από τον έλεγχο του σκλαβεμπορίου, από τον βορρά στην Ελλάδα, μέσω των λιμανιών των Ελληνικών αποικιών της Μαύρης Θάλασσας. Επίσης, καλλιεργούσαν δημητριακά και μετέφεραν με πλοία σιτάρι, μαλλί και τυρί στην Ελλάδα.

Οι Σκύθες της Κριμαίας δημιούργησαν ένα βασίλειο που εκτείνονταν από το κάτω μέρος του Δνείπερου μέχρι την Κριμαία. Η πρωτεύουσά τους, η σκυθική Νεάπολη, βρίσκονταν στα προάστια της σημερινής Συμφερούπολης. (Οι Γότθοι την κατέστρεψαν πολύ αργότερα, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ..)
Στην νοτιότερη γωνία των πεδιάδων, βόρεια από τα δάση της Θράκης, ο Φίλιππος ο Μακεδόνας εγκατέστησε Μακεδονικές εμπορικές πόλεις κατά μήκος δρόμων που έφταναν βόρεια μέχρι τον Δούναβη κατά τη διάρκεια του 330 π.Χ.(Fox 1973). Οι Έλληνες τεχνίτες από τις αποικίες βόρεια της Μαύρης Θάλασσας έφτιαξαν εντυπωσιακά σκυθικά χρυσά στολίδια, χρησιμοποιώντας τον Ελληνικό ρεαλισμό για να αναπαραστήσουν σκυθικά μοτίβα λιονταριών, κερασφόρων ελαφιών, και γρυπών. Η ελληνο-σκυθική επαφή επικεντρώθηκε στις ελληνιστικές πόλεις και οικισμούς της Κριμαίας (ιδίως στο Βασίλειο του Βοσπόρου).

Λίγο μετά το 300 π.Χ., οι Κέλτες φαίνεται ότι εκτόπισαν τους Σκύθες από τα Βαλκάνια, ενώ στην νότια Ρωσία, μια συγγενική φυλή, οι Σαυρομάτες, σταδιακά υπερίσχυσαν αυτών.