Οι αρχαίοι Ελληνες τοξότες

Αν και μεγάλο μέρος των πολιτών θεωρεί ότι η τοξοβολία δεν αποτελούσε τμήμα της στρατιωτικής εκπαιδεύσεως των προγόνων μας, ιδιαίτερα λόγω της σπαρτιατικής απόψεως ότι αποτελούσε το πλέον δειλό όπλο στην μάχη. Η αρχαία όμως ελληνική λογοτεχνία μας εξιστορεί άλλα. Πολλά μυθολογικά στοιχεία την φέρουν σαν άρικτο τμήμα της τέχνης του κυνηγιού και των μαχών. Ετσι συναντούμε πολλούς αρχαίους ‘Ελληνες τοξότες μέσα από την ελληνική μυθολογία σαν και τους...
- O Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και της Ησιόνης, ετεροθαλής αδερφός του Αίαντα. Έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο και θεωρείτο ως ο καλύτερος τοξότης των Ελλήνων. Πληγώθηκε από τον Έκτορα, αλλά σώθηκε από τον Αίαντα. Πήρε μέρος στους ταφικούς αγώνες προς τιμή του Πατρόκλου, όπου νίκησε στην τοξοβολία και ήταν ένας από τους Αχαιούς που μπήκε μέσα στον Δούρειο Ίππο.
- Ηρακλής, μυθικός ήρωας, θεωρούμενος ως ο μέγιστος των Ελλήνων ηρώων. Γεννήθηκε στη Θήβα και ήταν γιος του Δία και της Αλκμήνης, απόγονος του Περσέα παρουσιάζεται συχνά πλην των άλλων να φέρει και τόξο με δηλητηριασμένα βέλη και τα χρησιμοποίησε για να νικήσει τις Στυμφαλίες όρνιθες...
- Ποίας, Αργοναύτης, γιος του Θαυμάκου, σύζυγος της Μεθώνης και πατέρας του Φιλοκτήτη (όπως αναφέρεται από τον Νέστορα στην «Οδύσσεια»). Ο Ποίας πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και σκότωσε τον γιγαντιαίο Τάλω. Παραδίνεται ότι ο Ποίας ήταν ο μόνος που είχε το θάρρος να βάλει φωτιά στον σωρό από ξύλα (πυρά) όπου κάηκε ο Ηρακλής, στη σημερινή κορυφή Πυρά της Οίτης. Για τον λόγο αυτό, ο Ηρακλής του έδωσε το τόξο και τα βέλη του, τα οποία στη συνέχεια κληρονόμησε ο γιος του Φιλοκτήτης, κατά την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή.
- Φιλοκτήτης, γιος του βοσκού Ποίαντα και της Μεθώνης, που έτυχε να περνά από την Οίτη όταν ο Ηρακλής ζητούσε από το γιο του Ύλλο να ανάψει την πυρά για να τον κάψει, αλλά εκείνος δίσταζε. Από τους παρευρισκόμενους μόνο ο Φιλοκτήτης πήρε την πρωτοβουλία κι έτσι ο ήρωας του χάρισε το τόξο του και τα δηλητηριασμένα βέλη του για να τον ευχαριστήσει. Ο Φιλοκτήτης συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο και μάλιστα τραυμάτισε θανάσιμα τον Πάρη με το τόξο του, αδερφό του Έκτορα και παιδί του Πριάμου. - Ο Πάρις, γνωστός και με το όνομα Αλέξανδρος ή Αλάξανδος, ήταν πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, γιος του Πριάμου, βασιλιά της Τροίας. Ο γνωστότερος μύθος που συνδέεται με τον Πάρι είναι ο σχετικός με την απαγωγή της Ωραίας Ελένης από αυτόν, που προκάλεσε τον Τρωικό Πόλεμο. Προς το τέλος αυτού του πολέμου, ο Πάρις πλήγωσε θανάσιμα στη φτέρνα τον Αχιλλέα με ένα βέλος.
- Ο Ωρίωνας, ήταν ο πιο διάσημος κυνηγός στην ελληνική μυθολογία.
- Ο Ιππόλυτος, γιος του Θησέα και της αμαζόνας Ιππολύτης.
- Ο Έρως, ο φτερωτός θεός της αγάπης. Συχνά σχετίζεται με τη θεά Αφροδίτη. Σύμφωνα λοιπόν με τον μύθο, όταν χτυπούσε με τα βέλη του δύο ανθρώπους, αυτοί ερωτεύονταν παράφορα.
- Η Αταλάντη είναι μυθολογικό πρόσωπο με ισχυρές παραδόσεις τόσο στη Θήβα όσο και στην Αρκαδία. Λέγεται, πως η κυνηγός είχε τοξεύσει και σκοτώσει τους δύο Κένταυρους Υλαίο και Φοίκο όταν αυτοί προσπάθησαν κάποτε να την βιάσουν.
- H Άρτεμις, κόρη του Δία και της Λητούς, δίδυμη αδερφή του Απόλλωνα, βασίλισσα των βουνών και των δασών, θεά του κυνηγιού, προστάτιδα των μικρών παιδιών και ζώων, παρουσιάζεται πάντα να κυνηγά με τόξο και βέλος.
- Ο Απόλλωνας, γιος του Δία και της Λητούς επίσης, δίδυμος αδερφή της Άρτεμις, μεταξύ των άλλων και προστάτης των τοξοβόλων. - Ο Οδυσσέας, ο γιός του Λαέρτη, βασιλιάς της Ιθάκης που όπως εξιστορεί ο Ομηρος μετά την επιστροφή του στο νησί απο την οδύσσειά του, διαγωνίστηκε με τους λοιπούς “μνηστήρες” με το τόξο του σε έναν αγώνα τοξοβολίας.
- Ο Ακταίωνας, γιος του Αρισταίου και της Αυτονόης, κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου. Τον ανέθρεψε ο Κένταυρος Χείρωνας στο Πήλιο και έγινε σπουδαίος κυνηγός. - Ο Ευρύποτας, από την Κρήτη, αρχηγός της ομάδας των τοξοτών που ο μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος ο 2ος είχε στα στρατεύματά του στην μάχη του για τις αρχαίες Θήβες το 335π.Χ.
- Ο Ομβριος, από την Κρήτη που φέρεται ως ο διάδοχος του Ευρύποτα.

Η ελληνική χρήση του σκυθικού τόξου

Για την ελληνική λοιπόν πλευρά της ιστορίας, φαντάζει οι Σκύθες να είχαν έρθει σε επαφή με τους Ελληνες ήδη πριν απο το 600 π.Χ και να μεταφέρθηκε στους τελευταίους η γνώση και η τέχνη τους στην κατασκευή και χρήση του συγκεκριμένου είδους τόξου. Η αρχαιολογική σκαπάνη, έφερε στο φως καταπληκρικά ευρήματα της σκυθικής παρουσίας στα βόρεις της Μαύρης θάλασσας στα σημερινά παράλιά της που βρέχουν την Ρουμανία και την Ουκρανία. Στα σκυθικά ονόματα πόλεων, υπάρχουν και ελληνικές αποικίες με τις οποίες εμπορεύονταν και αντάλλασαν είδη. Οι δύο πολιτισμοί ευημερούσαν σύγχρόνως μέχρι και τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Δεν αποτελεί επίσης περίεργο που πλέον τους συνατούμε σε διηγήσεις του Αριστοφάνη στους “Αχαρνείς” του όπου είχαν το ρόλο της “αστυνομίας πόλεως”. Ενώ σε αυτό έρχονται νεότερα αρχαιολογικά ευρύματα να μας το επιβεβαιώσουν όταν σε ανασκαφές στην Βεργίνα της Μακεδονίας μας το 1977, ήρθε στο φως ο γνωστός γωρυτός της Βεργίνας. “Γωρυτός” ονομάζεται η θήκη για τα βέλη και το τόξο έφιππου ή και πεζού πολεμιστή. Δερμάτινη ή ξύλινη, η θήκη αυτή καλύπτεται συνήθως με χρυσό έλασμα και άλλες διακοσμίσεις. Οι φυσικές και χημικές αναλύσεις των μετάλλων θα ελέγξουν κάποια στιγμή την υπόθεση ότι οι γωρυτοί είχαν κατασκευαστεί σε ελληνικό εργαστήριο ή όχι μιας και έως τότε μονάχα τέσσερις γωρυτοί είχαν βρεθεί στη Νότια Ρωσία και το εξάρτημα αυτό θεωρείτο έως τις μέρες μας τυπικά και μόνο σκυθικό. Προσφάτως, άνοιξη του 2011, ένας πλούσια κτερισμένος τάφος του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ., που ανήκε πιθανότατα σε Μακεδόνα αξιωματούχο, εντοπίστηκε σε αγροτεμάχιο στον Κούκο Πιερίας, δυτικά της αρχαίας Πύδνας, σε έρευνα της ΚΖ ΕΠΚΑ από τους αρχαιολόγους Ματθαίο Μπέσιο και Κωνσταντίνο Νούλα όπου ανάμεσα στα πλούσια κτερίσματα του ανακαλύφθηκε και ένα τόξο για το οποίο βρήσκομαι ακόμα στην διαδικασία αδειοδότησης για την μελέτη του.

Για την αναστατική του σκυθικού τόξου λοιπόν πέρα των ιστορικών πηγών και των όποιων αρχαιολογικών ευρυμάτων, έγινε και η προσπάθεια για μεταφορά αυτών στην πραγματικότητα της Ελλάδος της ελληνιστικής εποχής και όχι μόνο. Αυτό αποτελεί και το σημαντικότερο κομμάτι της έρευνας μιας και λόγου αυτού, δώθηκε μεγάλη σημασία και προσοχή στα υλικά και στα εργαλεία για την κατασκευή του πρώτου μας τόξου. Συντροφιά λοιπόν και με τον Στέφανο Μπενίνι (Stefano Benini), πειραματικό αρχαιολόγο και μελετητή της παγκόσμιας ιστορίας της τοξοβολίας (βλέπετε βιογραφικό παρακάτω) έγινε η προσπάθεια να γίνει οσο πιο πιστά μπορούσε αυτή, η κατασκευή του σκυθικού-ελληνικού τόξου. Σύμφωνα λοιπόν με τις πηγές μας, τo σκυθικό τόξο περιγράφεται να ήταν συμπαγές και ημικυκλικό της στιγμή έκτασης της χορδής του. Σε ορισμένες αποσπασματικές αρχαιολογικές αναφορές από την μακρινή Ρωσία, αναφέρεται οι Σκύθες, πλείστως έφιπποι, να φέρουν τόξα σύνθετα γύρω στα 70εκ και με δυνατότητα βολής περί τα 500μ. Νεότεροι μελετητές το παρουσιάζουν σχεδόν όμοιο με το αντίστοιχο των έφιππων Kassai, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις επαναλαμβανόμενες καμπύλες του σε λαβή και άκρα. Σε αυτή την μορφή συμφωνούν και οι ερυθρόμορφες αναπαραστάσεις απο πολλά αγγεία που διασώζονται σε πολλές εκθέσεις και μουσεία ανά τον κόσμο. Η προσπάθειά με την δική μας αναστατική, απέδειξε ότι είχαν την γνώση και τα μέσα για να μπορέσουν να του δώσουν οι Σκύθες τέτοια μορφή και καμπύλες στο ξύλο. Μεγάλο ερωτηματικό παραμένει το είδος του ξύλου για την κατασκευή, αν υπήρχαν επιπλέον διάκοσμοι ή προσθήκες από άλλα οργανικά υλικά (δέρμα, κέρατο κλπ). Αν και δεν διασώζονται τόξα από την εποχή εκείνη δεν γνωρίζουμε αν πράγματι ήταν όλα καμπυλωτά. Η απορία αυτή μας δημιουργήθηκε όταν σε ιδιάς περιόδου αγγεία παρουσιάζονται Σκύθες πολεμιστές με απλά σχεδον ημικυκλικά τόξα. Σε αυτό το σημείο απλά υποθέσαμε ότι πρόκειται για απλή αδυναμία ή και αδιαφορία του καλλιτέχνη να δώσει περισσότερη λεπτομέρεια στον οπλισμό αυτό, κάτι που δεν συμβαίνει με τα ενδύματα και με τις σκηνές αναπαράστασης σε αυτά. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει ένα επίσης μεγάλο ερωτηματικό όσο αφορά και για τον οπλισμό του πεζού πολεμιστή, με πολύ πιθανές διαστάσεις του τόξου του να είναι μεγαλύτερες από εκείνες του προαναφερθέντως έφιππου. Σε αυτό το σημείο αναμένονται νέες εξελίξεις μετά απο την μελλοντική μελέτη του ευρήματος της αρχαίας Πύδνας.

- Διαστάσεις

Προαναφέρθηκα σε αναφορές που θέλουν το σκυθικό τόξο να έχει διπηχές μήκος και τριπήχη βέλη (ο ελληνικός πήχης σαν ανθρωπομετρική μονάδα μέτρησης αναφερόταν στην απόσταση από τον αγκώνα μέχρι το άκρο του χεριού, όταν αντικαταστάθηκε μετέπειτα με τον εμπορικό στα 64εκ. και με τον τεκτονικό στα 75εκ.). Δυστηχώς η ανθρωπομετρική μονάδα αυτή παρουσιάσε τεράστιο πρόβλημα μιας και από τοξοβόλο σε τοξοβόλο είναι πολύ πιθανόν να άλλαζαν οι σωματικές διαστάσεις και πόσο μάλλον των άνω άκρων τους (χείρας, πύχη κλπ.). Στην σύγχρονη εποχή ο πύχης ένός μέσου ατόμου ανδρικού φίλου μετρά από 40 έως και 70 εκ. Για το δικό μας τόξο υποθέσαμε μια μέση τιμή των 60 εκ. περίπου ξέροντας ότι οι Αρχαίοι Ελλήνες είχαν μέσο όρο ύψος γύρω στο 1,60 - 1,70μ. έτσι ώστε ανθρωπομετρικά να είμαστε όσο γίνεται περισσότερο συμμετρικοί και πιστοί.

- Οι πρώτες ύλες

Ξυλεία: Τα ελληνικά δάση πλούσια σε χλωρίδα, ποικίλα διαθέσιμη σε μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας αποτέλεσαν το πρώτο κομμάτι αναζήτησής μας για το βασικό υλικό κατασκευής του τόξου. Οι επιλογές μας πολλές, χωρίστηκαν ανάλογα με το αν ενδύκνεινται για την κατασκευή του κυρίου σώματος του τόξου ή για την κατασκευή βελών ή για κανένα από τα δύο. Η τελική ομαδοποίησή τους έγινε βασιζόμενοι και σε λοιπές μελέτες από ευρήματα αρχαιολογικά από την νεολιθική περίοδο μέχρι και την ύστερη βυζαντινή εποχή προσπαθώντας να κατανοήσουμε την προτίμηση των τοξοβόλων στην χρήση ξυλείας ανάλογα την περιοχή δράσης τους και την διαθεσιμότητα απο την χλωρίδα. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στην παρακάτω λίστα.



Ακολουθεί μία περιληπτική περιγραφή του κάθε είδους και των χαρακτηριστικών του.






Σημείωση: “Τα στοιχεία συλλέχτηκαν σύμφωνα με την βάση δεδομένων για την ελληνική φύση του 1994, του Τομέα Υδάτινων πόρων και Περιβάλλοντος, Φιλότης, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και κάνοντας ταυτόχρονη χρήση της Βάσης Δεδομένων (ΒΔ) «Ελληνική Βιοποικιλότητα».Tα είδη. Τάξος (Taxus Baccata), Γιουνίπερος ο ελληνικός (Juniperus excelsa) τείνουν να εξαλειφθούν από τα εδάφη μας με την πάροδο των ετών. Τόσο λόγο αλλαγής κλιματολογικών συνθηκών όσο και λόγω ανθρώπινης παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας.” Η ανωτέρα λίστα συντάχτηκε έχοντας σαν οδηγό και λοιπά αρχαιολογικά στοιχεία που μοιράστηκε ο Stefano Benini μαζί μου, από την ιστορία της τοξοβολίας από την νεολιθική εποχή έως και τον μεσαίωνα.

Για τις ανάγκες μας έγινε χρήση άροζου κομματιού κορμού από ίταμο ή τάξο (Taxus Baccata) με διάμεντρο που κυμαίνονταν από τα 8 στα 12 περίπου εκατοστά και μήκος περίπου τα 180 εκατοστά.

Ο/Η Ίταμος, ένα δέντρο σύμβολο θανάτου και ζωής. Με το ισχυρό του δηλητήριο ήταν δυνατό κατά τον Διοσκουρίδη να σκοτώσει κάποιον που θα κοιμηθεί κάτω από αυτόν. Αναδίδει δηλητηριώδεις ατμούς ενώ το ξύλο του, γνωστό για την αντοχή και την σκληρότητά του στην σκιά, ήταν χρήσιμο από την αρχαιότητα για την κατασκευή όπλων και αγαλμάτων. Ο ίταμος, δέντρο αειθαλές ύψους 10-15 μέτρων αναπτύσσεται πολύ αργά και τα φύλλα του είναι το πιο δηλητηριώδες από όλα τα μέρη του. Βρίσκεται σε εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου. Στην Ευρώπη δε, απαντάται αυτοφυές το είδος Τaxus baccata. Στην Ελλάδα το βρίσκουμε στη Μακεδονία, τη Θράκη, την Στερεά Ελλάδα, την Πελλοπόνησο και τη Σαμοθράκη και αναπτύσεται σε υγρά ή δροσερά εδάφη. Είναι γνωστό ως ήμερο έλατο και καρκαριά.

Την επιλογή μας αυτή ακολούθησε εκτεταμένη μελέτη ιστορικών και αρχαιολογικών ερευνών, συνάμα με πολύχρονη πείρα του Stefano Benini, πειραματιζόμενος σε πολλά διαφορετικά είδη ξυλείας.

Όπως παρατηρούμε στην επόμενη φωτογραφία, η ιδιαιτερότητα του ίταμου είναι ότι παρουσιάζει μια σχετικά λεπτή λευκή στοιβάδα εξωτερικά και μία ερυθρά στο εσωτερικά πιο παχειά. Η ύπαρξη των δύο διαφορετικών τμημάτων του δέντρου στο κορμό του, συνοδεύεται από εξίσου διαφορετικές φυσικές ιδιότητες.